Ευρετήριο

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 11/2018, Νοέμβριος 2018

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

Κατανομή οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών. Η διάταξη του άρθρου 3 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων δεν έχει τεθεί κατά παράβαση των άρθρων 26 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος, με τα οποία θεσπίζονται αντιστοίχως η διάκριση των λειτουργιών και η ανεξαρτησία, προσωπική και λειτουργική, των δικαστικών λειτουργών, ούτε όμως, και του άρθρου 90 του Συντάγματος που καθορίζει την αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου επί υπηρεσιακών ζητημάτων των δικαστικών λειτουργών (προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις). Το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα έχει κανονιστικό χαρακτήρα και, συνεπώς, δεν ελέγχεται από την άποψη της αιτιολογίας, αλλά μόνον από την άποψη της συνδρομής των όρων της εξουσιοδότησης, με βάση την οποία εκδίδεται, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της. Εξάλλου, η αξιολόγηση από τη διοίκηση των κριτηρίων που θέτει η εξουσιοδοτική διάταξη, η οποία δεν είναι απαραίτητο να περιέχεται στην ίδια την κανονιστική ρύθμιση, αλλά μπορεί να προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές πράξεις ή και άλλα στοιχεία του φακέλου, ανήκει στην ουσιαστική κρίση της διοίκησης, η οποία εκφεύγει, κατ’ αρχήν, του ακυρωτικού ελέγχου και ελέγχεται μόνο αν προβάλλεται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση έγινε κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων και των όρων της εξουσιοδοτικής διάταξης. ΣτΕ 3109/2017 Τμ. Γ΄επταμ. (παρατ. Β. Νάιντος),

σελ. 1032.

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

Αιτούμενοι διεθνή προστασία. Περιορισμός κυκλοφορίας. Νομοθετική εξουσιοδότηση. Περιορισμός κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνή προστασία. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 41 παρ. 1 περ. γγ΄ του Ν 4375/2016, προκειμένου να επιβληθεί περιορισμός της κυκλοφορίας των αιτουμένων διεθνή προστασία σε τμήμα της ελληνικής επικράτειας, ο οποίος, στη συνέχεια θα αναγράφεται στο ατομικό δελτίο του αιτούντος, προβλέπεται η έκδοση κανονιστικής αποφάσεως του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου. Τούτο, δε διότι η εκδιδόμενη κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής απόφαση εφαρμόζεται επί αορίστου αριθμού προσώπων, ενώ με αυτήν επιβάλλεται, κατά γενικό τρόπο, περιορισμός της κυκλοφορίας των ανωτέρω προσώπων σε ειδικώς οριζόμενη περιοχή της Χώρας. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επεβλήθη περιορισμός της κυκλοφορίας των αιτουμένων διεθνή προστασία, οι οποίοι εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια μετά τις 20 Μαρτίου 2016, στα νησιά Λέσβο, Ρόδο, Σάμο, Κω, Λέρο και Χίο, εκδοθείσα κατ’ επίκληση της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 41 παρ. 1 περ. γγ΄ του Ν 4375/2016, έχει κανονιστικό χαρακτήρα. Ούτε από το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε από τα στοιχεία που μνημονεύονται στο προοίμιο αυτής, προκύπτουν οι νόμιμοι λόγοι που υπαγόρευσαν την επιβολή του ένδικου περιορισμού, προκειμένου να κριθεί αν η απόφαση αυτή ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 41 παρ. 1 περ. γγ΄ του Ν 4375/2016, η οποία, ερμηνευόμενη υπό το φως του άρθρου 31 παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης, επιτρέπει την επιβολή στους αιτούντες διεθνή προστασία μόνο των απαραίτητων περιοριστικών μέτρων. Μειοψ. ΣτΕ 805/2018 Τμ. Δ΄ επταμ. (περίλ.) (παρατ. Ελένη Κουτσουράκη / Φάνια Αντωνίου),

σελ. 1017.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Αίτηση αναστολής. Αρχή της αυτοτέλειας των διαγωνισμών. Κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 372 του Ν 4412/2016, ερμηνευόμενων σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 365 και 367 του ίδιου νόμου και του ΠΔ 39/2017 και υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναστολής κατά ρητής απόφασης της ΑΕΠΠ αρχίζει, για τον τρίτο ενδιαφερόμενο στον οποίο είχε κοινοποιηθεί η προδικαστική προσφυγή και δεν έχει ασκήσει παρέμβαση ενώπιον της Επιτροπής, από την πλήρη γνώση της πράξης, η οποία τεκμαίρεται μετά την πάροδο είκοσι ημερών από την εξέταση της προσφυγής. Tην αναστολή απόφασης της ΑΕΠΠ μπορεί να ζητήσει οποιοσδήποτε τρίτος έχει έννομο συμφέρον, χωρίς να τίθεται ως πρόσθετη προϋπόθεση η εκ μέρους αυτού προηγούμενη άσκηση παρέμβασης κατά τη διαδικασία εξέτασης της προσφυγής ενώπιον της ΑΕΠΠ. ΔΕφΘεσ 57/2018 Τμ. Γ΄ ακυρωτικό (παρατ. Κ. Τσιροβασίλη),

σελ. 1004.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

H αίτηση για Δικαστική Αναθεώρηση (Judicial Review) στην Αγγλία και η προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Κύπρου. Η ανάγκη για την ριζική αναθεώρηση του συστήματος της απονομής διοικητικής δικαιοσύνης στην Κύπρο. Οι λόγοι, για τους οποίους το διοικητικό δίκαιο θα πρέπει να επανεξεταστεί και αναθεωρηθεί ριζικά και εκ βάθρων. Διάλογος με το Διεθνές Περιβάλλον Χ. Κληρίδης,

σελ. 1064.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Θρησκευτική συνείδηση. Η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων ως μέρος της εκπαιδεύσεως (άρθρο 16 παρ. 2 Συντ.). Το μάθημα των θρησκευτικών ως βασικό μέσο διαμόρφωσης και ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης. Η διαμορφωμένη από τη νομολογία εικόνα για την διδασκαλία των θρησκευτικών είναι μια ισορροπία μεταξύ της ανατιθέμενης στο κράτος αποστολής να μεριμνά για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων και του ατομικού δικαιώματος να πρεσβεύουν άλλο ή κανένα θρήσκευμα. Σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας το μάθημα των θρησκευτικών δεν έχει θρησκειολογικό αλλά κατηχητικό χαρακτήρα, είναι υποχρεωτικό, από το οποίο όμως χωρεί εξαίρεση-απαλλαγή για λόγους αντίθετων θρησκευτικών πεποιθήσεων βάσει της συνταγματικώς κατοχυρωμένης θρησκευτικής ελευθερίας. Οι «θρησκευτικές διατάξεις» του Συντάγματος αποτελούν σύστημα υποστηριζόμενο από μακρά ιστορική εξέλιξη καθώς και από την μεγάλου βαθμού ομοιογένεια του ελληνικού λαού, ως προς το θρήσκευμα. Παρουσίαση του συνταγματικού συστήματος του γερμανικού κράτους για το μάθημα των θρησκευτικών, όπως διαμορφώθηκε από τη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου και των Διοικητικών Δικαστηρίων. Κριτική ανάλυση σχετικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Νομ. Συμβολές Σ. Ρίζος,

σελ. 977.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Αγωγή στρατιωτικού συνταξιούχου. Αοριστία. Αγωγή στρατιωτικού συνταξιούχου κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ για τη διαφορά σύνταξης που στερήθηκε λόγω του τιθέμενου με τη διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 Σ.Κ. αναδρομικού χρονικού περιορισμού. Αοριστία της αγωγής εφόσον στο αγωγικό δικόγραφο δεν προσδιοριζόταν το ποσό της αιτούμενης αποζημίωσης. Η αοριστία αυτή δεν δύναται να αρθεί με την παράθεση των προσδιοριστικών στοιχείων της ζημίας σε υπόμνημα. Απαραδέκτως το πρώτον με κατατεθέν υπόμνημα ενώπιον του Τμήματος επιχειρείται να καταστεί συγκεκριμένη η αγωγή. Ο χαρακτηρισμός αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημίωσης, χωρίς να αναφέρεται στο οικείο δικόγραφο το αιτούμενο χρηματικό ποσό, ως αόριστης, δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 Συντ. και 6 της ΕΣΔΑ. Το δικαστήριο της ουσίας δεν οφείλει να διατάξει αποδείξεις για να θεραπεύσει την αοριστία της αγωγής. ΕλΣυν Ολ 1397/2018,

σελ. 1062.

Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας - Καταλογισμός μέλους ΔΕΠ. Καταλογισμός υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου πρώην μέλους ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης με το ποσό που εισέπραξε αχρεωστήτως λόγω της συμμετοχής του σε ερευνητικά προγράμματα χρηματοδοτούμενα από τον ως άνω Λογαριασμό, δοθέντος ότι η μηνιαία αμοιβή του από το πρόγραμμα υπερέβαινε το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του από την οργανική του θέση. Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτησή της στη δημοσιονομική δίκη. Διάκριση της αρχής αυτής από την νομολογιακή αρχή της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης. ΕλΣυν Ολ 747/2017,

σελ. 1045.

Καταλογισμός υπολόγου. Δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Καταλογισμός υπολόγου διαχειριστή χρηματικού της Κεντρικής Επιμελητείας του Αρχηγείου Στόλου για ποσό που αντιστοιχεί σε πραγματικό έλλειμμα μετρητών στη διαχείρισή του. Παραβίαση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης του ανωτέρω, καθόσον της έκδοσης νέας καταλογιστικής πράξης, δεν προηγήθηκε (νέα) πρόσκληση του για την αναπλήρωση του διαπιστωθέντος ελλείμματος. Στην περίπτωση της νέας πρόσκλησης, θα μπορούσε ο υπόλογος να ζητήσει να λάβει γνώση των συνταχθέντων πορισμάτων και των λοιπών εγγράφων στοιχείων του φακέλου και, κατόπιν της αιτηθείσας και δοθείσας από τη διοίκηση εύλογης προθεσμίας, να προβάλει εξαντλητικά τις απόψεις του, τόσο για την ύπαρξη, όσο και για το ύψος του διαπιστωθέντος ελλείμματος. ΕλΣυν Ολ 1389/2018,

σελ. 1058.

Καταλογισμός υπόλογου. Έναρξη παραγραφής. Καταλογισμός υπολόγου υπέρ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ήδη ΕΦΚΑ ποσού που αντιστοιχεί σε ισόποσο έλλειμμα στη διαχείριση Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ. Ο χρόνος διαπίστωσης του ελλείμματος καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο για την παραγραφή αξιώσεων του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ. Η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ η οποία είναι εφαρμοστέα, ελλείψει ειδικών περί παραγραφής διατάξεων, άρχεται από τότε που αποκαλύφθηκε το έλλειμμα και τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ μπορούσαν να προσφύγουν δικαστικά για την αποκατάστασή του. Αφετηριακό σημείο για την έναρξη της παραγραφής, αν υπάρχει αδυναμία διαπίστωσης του ακριβούς χρονικού σημείου, κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι παράνομες διαχειριστικές πράξεις γενεσιουργές του ελλείμματος, είναι το καταληκτικό χρονικό σημείο της περιόδου, κατά το οποίο αποκαλύφθηκε το έλλειμμα. ΕλΣυν Ολ 987/2018,

σελ. 1054.

Συνταξιούχοι Δημόσιου Τομέα. Η σωρευτική καταβολή σύνταξης και αποδοχών ενεργείας στα ίδια πρόσωπα εμποδίζει την αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας τους ως συνταξίμου, εκτός εάν ζητηθεί από αυτά η αναστολή καταβολής της σύνταξης τους ή εάν επιστραφεί η σύνταξη που έλαβαν. Ο θεσπισθείς με το άρθρο 58 παρ. 1 Σ.Κ. περιορισμός όσον αφορά στο σύνολο του χρόνου της υπηρεσίας των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του δε αντίκειται στις προστατευτικές της περιουσίας διατάξεις του άρθρου 1 του 1ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Για την εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 58 παρ. 1 Σ.Κ. ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που προσδιορίζεται με το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν 1256/1982, όπως αυτός ίσχυε προς της επαναοριοθέτησής του με το Ν 1892/1990, με την έννοια της συνδρομής των κριτηρίων οριοθέτησης του που τίθενται με την ως άνω διάταξη. Για να διαπιστωθεί εάν συνταξιούχος εξ ιδίου δικαιώματος ή εκ μεταβιβάσεως φέρει την ιδιότητα «συνταξιούχου του δημόσιου τομέα» με συνέπεια τη μη αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου υπηρεσίας που παρέχεται μετά τη συνταξιοδότησή του πρέπει να ερευνάται η συνδρομή των ανωτέρω κριτηρίων, κατά το χρόνο που αποκτά την ιδιότητα αυτή, κατά τα ισχύοντα για τον κάθε φορέα. ΕλΣυν Ολ 424/2018,

σελ. 1041.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Δικαστικοί επιμελητές. Αρχές ισότητας και αξιοκρατίας. Περιορισμός των υποψηφίων δικαστικών επιμελητών να δηλώσουν προτίμηση διορισμού σε δύο το πολύ περιφέρειες πρωτοδικείων εντός της αυτής περιφέρειας συλλόγου δικαστικών επιμελητών της χώρας που προβλέπεται από την παρ. 1 του άρθρου 7 Ν 2318/1995. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας της παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν 2318/1995 πρέπει να περιορισθεί στα πλαίσια του προβαλλομένου με την αίτηση ακυρώσεως λόγου, ο οποίος αφορά ρητώς μόνον στον δι’ αυτής επιβαλλόμενο περιορισμό δήλωσης προτίμησης για τις περιφέρειες δύο το πολύ πρωτοδικείων, και όχι στον, διαφορετικού περιεχομένου, εμβέλειας, αλλά και εννόμων αποτελεσμάτων, περιορισμό δήλωσης προτίμησης μόνο για μία περιφέρεια συλλόγου δικαστικών επιμελητών εφετείου/ων της Χώρας (από τον οποίο ο αιτών δεν υποστηρίζει ότι υπέστη βλάβη). Ενδεχόμενη διάγνωση, κατ’ ενάσκηση αυτεπαγγέλτου, κατά το μέρος αυτό, ελέγχου, της αντισυνταγματικότητας της παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν 2318/1995 και ως προς τον περιορισμό υποβολής προτίμησης για μία μόνο περιφέρεια συλλόγου δικαστικών επιμελητών εφετείου/ων της Χώρας, δηλαδή ως προς μέρος διάταξης νόμου, του οποίου η εφαρμογή δεν είναι κρίσιμη για την επίλυση της προκειμένης διαφοράς, θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της αρχής περί παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, θα μπορούσε δε να οδηγήσει και σε ακύρωση υπερακοντίζουσα ή και παραβλάπτουσα τα έννομα συμφέροντα του αιτούντος. (αντίθ. Μειοψ.) ΣτΕ Ολ 1943/2018 (παρατ. Ε. Τραυλού),

σελ. 1020.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Η «αφλογιστία», άλλως αναποτελεσματικότητα, του εγχειρήματος ιδρύσεως συνταγματικού δικαστηρίου. Πέραν του ιστορικώς και δικαιοπολιτικώς σκοπίμου της σύστασης ενός συνταγματικού δικαστηρίου με αρμοδιότητα τον συγκεντρωτικό έλεγχο της συμφωνίας των νόμων με τις συνταγματικές διατάξεις προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, έχει ανακύψει το ζήτημα της λυσιτελείας ενός τέτοιου εγχειρήματος, ζήτημα που έχει επισημανθεί από τους μελετητές με την επίκληση, κατά βάση, της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου. Ηδη η γνώμη αυτή βρίσκει περαιτέρω έρεισμα στις νεώτερες εξελίξεις. Νομ. Συμβολές Ε. Νίκα,

σελ. 986.

Όρια παρεμπίπτοντος ελέγχου κανονιστικού πλαισίου - Διακοπή λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού. Απόφαση του ΕΣΡ που αναγνωρίζει ότι τηλεοπτικός σταθμός εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 28 παρ. 10 του Ν 4496/2017 και τερματίζει τη λειτουργία του. Με το άρθρο 15 παρ. 2 Συντ. δεν θεσπίζεται ατομικό δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού. Αναδρομή στο σχετικό νομοθετικό καθεστώς και τη νομολογία για την επ’ αόριστον ανοχή των σταθμών που λειτούργησαν παρανόμως, σε αντίθεση προς την αρχή του κράτους δικαίου. Σε περίπτωση μη συμμετοχής, απαράδεκτης ή ανεπιτυχούς συμμετοχής τηλεοπτικού σταθμού σε προκηρυχθείσα διαδικασία αδειοδότησης επιβάλλεται, κατά δέσμια αρμοδιότητα, ο τερματισμός της λειτουργίας του, χωρίς να καταλείπεται στάδιο εκτίμησης των κατ’ ιδίαν περιστάσεων από την Αρχή. Δεν προστατεύονται ούτε de facto δημιουργηθείσες καταστάσεις, με δεδομένη, πλέον, και την εκ του νόμου απαγόρευση μεταβολής της φυσιογνωμίας των τηλεοπτικών σταθμών, ως ενημερωτικών ή μη (αντίθετη μειοψ.). ΣτΕ Ολ 2018/2018 (παρατ. Ε. Παυλίδου),

σελ. 990.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Ισότητα των φύλων – Ισόρροπη εκπροσώπηση στα Υπηρεσιακά Συμβούλια. Ορισμός μελών Υπηρεσιακού Συμβουλίου ΥΠΕΘΑ/ΓΕΑ. Στα πενταμελή υπηρεσιακά συμβούλια που προβλέπονται στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 3 Ν 4369/2016 και υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρο 161 του Υπαλληλικού Κώδικα, δύο μέλη πρέπει να ανήκουν στο ένα φύλο και τρία στο άλλο (5Χ1/3=1,66). Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, θα πρέπει το ένα τουλάχιστον από τα τακτικά μέλη με ψήφο να ανήκει στο υποεκπροσωπούμενο φύλο και μόνο εάν ούτε αυτό είναι εφικτό, είναι νόμιμη η συγκρότηση του συλλογικού αυτού οργάνου μόνο με τακτικά μέλη που ανήκουν όλα στο ίδιο φύλο. ΣτΕ 1414/2018 Τμ. Γ΄ (παρατ. Μ.-Γ. Μηνά,

σελ. 1027.