Ευρετήριο

ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Τεύχος 1/2013, Ιανουάριος - Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος

Περιοδική έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Τραπεζικού Δικαίου & Δικαίου της Κεφαλαιαγοράς

Εκδίδεται από το 2007

Διατίθεται μέσω του περιοδικού ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ

ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΣ

Με τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 Ν 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 Ν 2912/2001, και του άρθρου 39 παρ. 1, 2 και 12 Ν 3259/2004, καθιερώθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε τόσο με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν 2789/2000 (αρχική μορφή) καθώς επίσης διατηρήθηκε όμοιο, μετά την αντικατάσταση αυτού, με το άρθρο 42 Ν 2912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του εδαφ. 12 του άρθρου 39 Ν 3259/2004. ΑΠ 1379/2012, σελ. 181.

ΕΚΧΩΡΗΣΗ

Κρίσιμο σημείο για την ύπαρξη εξουσίας προς διάθεση μέλλουσας απαίτησης είναι ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης εκχώρησης, γιατί από τότε, μετά την αναγγελία, το δικαίωμα αυτό ανήκει στον εκδοχέα, ο οποίος δικαιούται να το απαιτήσει ευθύς ως αυτό γεννηθεί στο μέλλον. Το αυτό αποτέλεσμα της εκχώρησης επέρχεται και επί ονομαστικής ενεχύρασης απαίτησης για την εξασφάλιση απαίτησης ανώνυμης εταιρίας από παροχή δανείου, η οποία από την επίδοση στον τρίτο της σύμβασης ενεχύρασης συνεπάγεται εκχώρηση της απαίτησης από τον οφειλέτη στην πιστώτρια, δικαιούμενη να εισπράξει την απαίτηση ως εκδοχέας. ΓνωμΝΣΚ 72/2013, σελ. 186.

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Με την εν λόγω σύμβαση συμφωνήθηκε να καταθέτει ο ενάγων διάφορα χρηματικά ποσά στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε εταιρία παροχής συμβουλών για χρηματοοικονομικά θέματα σε τράπεζα, προκειμένου να επενδύονται αυτά σε μετοχές, προθεσμιακές καταθέσεις κ.λπ., ενώ τα χρηματικά υπόλοιπα που θα προέκυπταν από τις αγοραπωλησίες χρηματοπιστωτικών μέσων θα τα απέδιδε η ως άνω εταιρία στον ενάγοντα, καταθέτοντάς τα σε τραπεζικό λογαριασμό που ο τελευταίος θα της υπεδείκνυε. ΑΠ 1368/2012, σελ. 162.

Υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς των ΕΠΕΥ κατ’ άρθρο 25 Ν 3606/2007. Υποχρέωση διενέργειας ελέγχου καταλληλότητας. Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του άρθρου 25 Ν 3606/2007 υποχρεώσεων συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. ΠΠρΑθ 20/2013, σελ. 164.

ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ

Το Κράτος έχει την θετική υποχρέωση να προστατεύει τον πολίτη και να προβλέπει την υποχρέωση των Τραπεζών, δεδομένων των δυσάρεστων συνεπειών που μπορεί να έχει η παραγραφή, να ενημερώνουν τον δικαιούχο ενός αδρανούς λογαριασμού ότι πλησιάζει το τέλος του χρόνου παραγραφής και να του δώσουν έτσι τη δυνατότητα να διακόψει την παραγραφή. ΕΔΔΑ απόφ. της 29.1.2013, υπόθ. Ζολώτας κατά Ελλάδας, προσφ. υπ’αρ. 66610/2009, σελ. 116.

ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ

Η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ. ΑΠ 1001/2012, σελ. 125.

Μεταφορά των κατατιθέμενων από τον ενάγοντα χρημάτων σε έτερο κοινό λογαριασμό, ο οποίος είχε ανοιχθεί εν αγνοία του, από υπάλληλο της ως άνω εταιρίας, ο οποίος τα μετέφερε σε αυτόν και τα ιδιοποιείτο παρανόμως. Οι προστηθέντες από την εναγόμενη υπάλληλοι δεν ενήργησαν από βαρεία αμέλεια, αλλά ακολούθησαν την συνήθη πρακτική που ακολουθείται για το άνοιγμα κοινού λογαριασμού, για την ανάληψη χρημάτων από τον τελευταίο εκ μέρους ενός εκ των συνδικαιούχων. ΑΠ 1368/2012, σελ. 162.

ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ

Ο πλειστηριασμός ακινήτου, που υποβλήθηκε σε αναγκαστική κατάσχεση, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις περί κατάρτισης περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και περί επίδοσης της ως άνω περίληψης στον οφειλέτη εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης. Μόνο η ανυπαρξία ή το εκπρόθεσμο της επίδοσης της ανωτέρω περίληψης στον οφειλέτη επάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού, ενώ η απλώς άκυρη επίδοση αυτής παράγει τις συνέπειές της, σαν να ήταν έγκυρη, μέχρι να κηρυχθεί άκυρη με δικαστική απόφαση ύστερα από προσβολή της με την εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή. Η εκ μέρους του καθ’ ου η εκτέλεση επίκληση άγνοιας ως προς το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, θα πρέπει, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, οι οποίες ισχύουν αναλογικά και στην αναγκαστική εκτέλεση, να συνδυάζεται και με ισχυρισμό αυτού ότι δεν έλαβε, ούτε μπορούσε να έχει λάβει γνώση της ως άνω περίληψης. ΑΠ 1232/2012, σελ. 173.

Σε περίπτωση πλειστηριασμού πράγματος, αν συντρέχουν απαιτήσεις που απολαμβάνουν των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ με απαιτήσεις που είναι ασφαλισμένες με υποθήκη ή ενέχυρο, τότε, σε περίπτωση επάρκειας του πλειστηριάσματος, ικανοποιούνται πρώτα οι προνομιακές απαιτήσεις και μετά οι ασφαλισμένες με ενέχυρο ή υποθήκη. Εάν το πλειστηρίασμα δεν επαρκεί, τότε μετά την κατάταξη των απαιτήσεων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες κατατάσσονται προ πάσης διαιρέσεως του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, ικανοποιούνται οι λοιπές προνομιακές απαιτήσεις έως του 1/3 του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές, τα δε 2/3 αυτού διατίθενται για την ικανοποίηση ενυπόθηκων ή ενεχυρούχων δανειστών. ΜΕφΠειρ 43/2013, σελ. 176.

Στην περίπτωση που ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει εμπροθέσμως το πλειστηρίασμα, παρότι προηγήθηκε εξώδικη πρόσκληση του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, ανατρέπεται η προς αυτόν κατακύρωση και καταπίπτει η εγγυοδοσία που είχε καταθέσει. Η κατάπτωση ολόκληρης της εγγυοδοσίας είναι οριστική, ακόμη και αν το συνολικό ποσό του πλειστηριάσματος που επιτυγχάνεται μέσω της υποκατάστασης του υπερθεματιστή είναι μεγαλύτερο από το αρχικό πλειστηρίασμα που απέδωσε ο πλειστηριασμός. Στην περίπτωση αυτή το πλειστηρίασμα συνίσταται στο άθροισμα του καταβληθέντος ποσού και εγγυοδοσίας που κατέπεσε. ΕφΛαρ 2/2013, σελ. 178.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει μια κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, η οποία, ενώ δεν προβλέπει στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως λόγους ανακοπής αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, η οποία αποτελεί βάση του εκτελεστού τίτλου, δεν παρέχει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων, όταν η λήψη των μέτρων αυτών είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της αποφάσεώς του. ΔΕΕ υπόθ. C-415/2011, απόφ. της 14.3.2012, σελ. 107.

Η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού. Είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο όρος της σύμβασης πιστώσεως σύμφωνα με τον οποίο η τράπεζα επιφύλαξε το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης μονομερώς σε κάθε χρόνο, ακόμη και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου προς τούτο λόγου. ΑΠ 1332/2012, σελ. 142.

Η καταβολή ποσού 1.200 ευρώ σε πιστωτικό ίδρυμα για διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα (αμοιβή του μηχανικού που εκτίμησε τα ακίνητα για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, αμοιβή του δικηγόρου που απασχολήθηκε με τον έλεγχο των τίτλων και την εγγραφή της προσημείωσης, δικαιώματα υποθηκοφυλακείου για την ως άνω εγγραφή) δεν είναι προμήθεια και είναι επιτρεπτή. Οι εγγυητές δεν είναι καταναλωτές και συνεπώς σ’ αυτούς δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 2 του Ν 2251/1994 αλλά εκείνες του άρθρου 281 ΑΚ. Βάση υπολογισμού των τόκων έτους 360 ημερών. ΑΠ 1331/2012, σελ. 145.

Η αποδοχή ΓΟΣ από τον καταναλωτή, με την ένταξή τους στη σύμβαση, δεν τους καθιστά έγκυρους, εάν ήταν άκυροι, διότι οι κανόνες για τον έλεγχο της καταχρηστικότητάς τους, με βάση τα κριτήρια των παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 Ν 2251/1994, είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, από την εφαρμογή των οποίων δεν είναι δυνατή η συμβατική παραίτηση. Η σύναψη δανείου σε συνάλλαγμα με την υποχρέωση καταβολής είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος την ημέρα της καταβολής, είναι επιτρεπτή στο πλαίσιο της ελευθερίας σύναψης συμβάσεων. Ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της τράπεζας με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στους δανειολήπτες είναι νόμιμος. Η επιβολή της ως άνω εισφοράς στον δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση του δανειολήπτη ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Ο υπολογισμός τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, καθώς ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται. ΜΠρΑθ 437/2013, σελ. 148.

Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση, η κίνηση του λογαριασμού, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό ειδική συμφωνία, ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι, «ως δικονομική σύμβαση», έγκυρη, εφόσον δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη. Ο όρος της σύμβασης πίστωσης με τον οποίο η τράπεζα επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα να καταγγέλλει μονομερώς σε κάθε χρόνο τη σύμβαση, ακόμη και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου προς αυτό, είναι άκυρος ως καταχρηστικός. Η πρόσκαιρη αδυναμία για καταβολή των δόσεων, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο για το κλείσιμο του λογαριασμού και μάλιστα όσον αφορά έναν καταναλωτή που μέχρι τότε κατέβαλε τις δόσεις. ΕιρΑθ 208/2013, σελ. 151.

ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

Η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε του Ν 3296/2004 για τη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων ελεγχομένου προσώπου, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν δύναται δε, δια καταλλήλου ερμηνείας, επιχειρούμενης από τον δικαστή, να προσλάβει περιεχόμενο που θα την καθιστούσε συνταγματικώς ανεκτή, διότι τέτοια «ερμηνεία» θα ισοδυναμούσε με κατασκευή νέας διατάξεως, αρμοδιότητα ανήκουσα στην νομοθετική εξουσία. Για τους ίδιους λόγους η διάταξη αυτή αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Αντίθετη μειοψηφία. Παραπομπή στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. ΣτΕ 1032/2013, σελ. 183.

ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010 υπάγονται και οφειλέτες που, μολονότι έχουν ενεργήσει μία αντικειμενικά εμπορική πράξη, εντούτοις δεν αποκτούν την ιδιότητα του εμπόρου. Παροχή εγγύησης μεμονωμένη και κατ’ επάγγελμα. Αφού ο νόμος δεν προέβλεψε το αντίθετο, όπως ρητά έπραξε για την ιδιότητα του οφειλέτη που προτίθεται να υπαχθεί στη διαδικασία του Ν 3869/2010, υπόκεινται στη ρύθμιση οποιεσδήποτε απαιτήσεις του μη εμπόρου οφειλέτη, εκτός απ’ αυτές που ρητά εξαιρούνται στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου. ΜΠρΘεσ 17753/2012, σελ. 129.

Μεταξύ των απαραίτητων στοιχείων που πρέπει να τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου ήδη από το στάδιο της κατάθεσης του δικογράφου της αίτησης υπαγωγής στο Ν 3869/2010, είναι ο χρόνος ανάληψης των υπό ρύθμιση οφειλών, ώστε να εξετάζεται πρωταρχικά εάν αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. ΜΠρΚιλκίς 22/2013, σελ. 133.

Οι οριστικές αποφάσεις για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το Δικαστήριο που τις εξέδωσε, εάν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης των εισοδημάτων του οφειλέτη εξαιτίας των οποίων μεταβλήθηκαν και μεταγενέστερα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση. ΕιρΠατρών 25/2013, σελ. 134.

Ρύθμιση των οφειλών του αιτούντος με τον ορισμό μηδενικών καταβολών. Ορισμός νέας δικασίμου προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του αιτούντος και να προσδιορισθούν, ενδεχομένως, μηνιαίες καταβολές για το υπόλοιπο της τετραετίας διάστημα. ΕιρΕλευσίνας 15/2013, σελ. 136.

Αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 6 Ν 3869/2010. Δεν απαιτείται επίδοση στις πιστώτριες τράπεζες χωριστού εγγράφου σχεδίου διευθέτησης οφειλών και χωριστής κατάστασης της περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη, εφόσον τα ανωτέρω περιέχονται (έχουν ενσωματωθεί αυτούσια) στο δικόγραφο της αίτησης που εμπροθέσμως επιδόθηκε στην τράπεζα. Δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Συνυπαιτιότητα του πιστωτικού ιδρύματος. ΕιρΛάρισας 78/2013, σελ. 138.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ

Αρμοδιότητα επιβολής προστίμου από την Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε εταιρίες, ήδη κατά τη διαδικασία εισαγωγής των μετοχών τους στο χρηματιστήριο, εφ’όσον διαπιστωθεί ότι δεν απεικονίζεται στο ενημερωτικό δελτίο η οικονομική κατάσταση της υπό ένταξη στο χρηματιστήριο εταιρίας. ΣτΕ 795/2013, σελ. 153.

Η διάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών μπορεί να επέρχεται και ως αποτέλεσμα της διενέργειας συναλλαγών, σε περίπτωση κατά την οποία με τις συναλλαγές αυτές σκοπείται, με την χρήση διαφόρων μεθοδεύσεων (όπως κατάρτιση προσυνεννοημένων ή εικονικών συναλλαγών, τεχνητή διαμόρφωση της τιμής κλεισίματος των μετοχών), η στρέβλωση των δεδομένων που αφορούν την τιμή και την εμπορευσιμότητα των κινητών αξιών και η τεχνητή διαμόρφωσή τους σε ένα επίπεδο που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά τους μεγέθη, με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του επενδυτικού κοινού ως προς στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη διαμόρφωση των αποφάσεών του σχετικά με την διενέργεια συναλλαγών επί των κινητών αυτών αξιών. ΣτΕ 462/2013, σελ. 156, ΣτΕ 109/2013, σελ. 158.