Ευρετήρια

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ

Τεύχος 12/2005, Δεκέμβριος

Νομοθεσία, Μελέτες και Νομολογία εμπορικού, οικονομικού, αστικού οικονομικού, εργατικού και φορολογικού δικαίου

Εκδίδεται από το 1995 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €140.00
ΝΠ €200.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΓΩΓΗ

Ο εκδίδων εν γνώσει του ακάλυπτη επιταγή ενεργεί υπαιτίως και δη δολίως. Συνεπώς δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής η επίκληση υπαιτιότητας του εκδότη. ΑΠ 1136/2005, σελ. 1316.

ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ

Είναι δυνατόν μια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαίτια ζημία. ΕφΑθ 2464/2005, σελ. 1321.

Ο εργοδότης δεν δικαιούται να προβαίνει σε ενέργειες που θίγουν την προσωπικότητα του εργαζομένου και να επιδεικνύει συμπεριφορά που συνιστά αδικοπραξία. ΕφΑθ 767/2005, σελ. 1329.

ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ

Κατά τη διάρκεια της ισχύος αλληλόχρεου λογαριασμού οι επί μέρους απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων που κεφαλαιοποιούνται, δεν υπόκεινται σε παραγραφή. ΕφΑθ 7499/2005, σελ. 1310.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΘΕΜΙΤΟΣ

Η προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων στην Ελλάδα και η ανάγκη ενίσχυσής της βάσει των κοινοτικών επιταγών. Η προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων στο ελληνικό δίκαιο διαμορφώνεται ως προστασία έναντι της παραπλάνησης και στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 3 του Ν 146/1914. Η προστασία τους έτσι επιτυγχάνεται έμμεσα και ως δικαιική αντανάκλαση της προστασίας από την παραπλάνηση. Πρόκειται δηλαδή για την προστασία όχι των ίδιων των ενδείξεων γεωγραφικής προέλευσης, αλλά του συναλλακτικού κοινού από παραπλανητικές ενδείξεις προέλευσης. Αυτή η νομική αντιμετώπιση δεν (παρ)ακολουθεί την εξέλιξη του κοινοτικού δικαίου. Κρίνεται σκόπιμο να στοιχειοθετηθεί η προστασία των ενδείξεων γεωγραφικής προέλευσης -όπως και η προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων- όχι βάσει του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού, αλλά του νόμου περί σημάτων. Δεδομένου ότι οι ενδείξεις γεωγραφικής προέλευσης προστατεύονται στην Ελλάδα βάσει του δικαίου παραπλάνησης του αθέμιτου ανταγωνισμού (άρθρο 3 Ν 146/1914), οι εδώ προτεινόμενες σκέψεις περί φιλελευθεροποίησης της προστασίας από την παραπλάνηση στο δίκαιο αθέμιτου ανταγωνισμού βρίσκουν εφαρμογή και ως προς τις γεωγραφικές ενδείξεις. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως αναφορικά με α) το πρότυπο καταναλωτή που χρησιμοποιείται, β) τη διαπίστωση της παραπλάνησης και γ) τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στην παραπλάνηση και την απόφαση αγοράς του καταναλωτή. Θα πρέπει πλέον να χρησιμοποιείται το κοινοτικό πρότυπο του ευλόγως προσεκτικού και ενημερωμένου καταναλωτή -σε αντίθεση με το μέχρι τώρα χρησιμοποιούμενο στην Ελλάδα πρότυπο του άπειρου μέσου καταναλωτή. Μελ. Χ. Αποστολόπουλος, σελ. 1274.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Ο ορισμός της σχετικής αγοράς στο δίκαιο των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων. Ένα σημαντικό βήμα στην αξιολόγηση των επιπτώσεων μιας συγκέντρωσης στον ανταγωνισμό είναι ο ορισμός της σχετικής αγοράς ο οποίος επηρεάζει την αξιολόγηση της συγκέντρωσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η διαδικασία ορισμού της σχετικής αγοράς καθώς και το SSNIP τεστ που χρησιμοποιείται ευρέως για την διαδικασία αυτή, παρουσιάζουν περιορισμούς στο να αξιολογήσουν εάν η συγκέντρωση θα επηρεάσει σημαντικά τον ανταγωνισμό στην αγορά. Αυτό το άρθρο παρουσιάζει τη σημασία του SSNIP τεστ, καθώς επίσης και τους περιορισμούς που έχει στον ορισμό της σχετικής αγοράς. Μελ. Ι. Κόκκορης, σελ. 1279.

Έννοια συγκέντρωσης επιχειρήσεων. Πότε γνωστοποιείται στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. ΕπΑνταγ Ολ 279/IV/2005, σελ. 1295.

ΑΠΟΔΕΙΞΗ

Η απόδειξη της εγχειρίσεως εγγράφου απολύσεως στον εργαζόμενο μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. ΕφΑθ 2392/2005, σελ. 1335.

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

Δεν δικαιούται αποζημίωσης ο απολυθείς λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεως από ανωτέρα βία, για την οποία δεν είναι ασφαλισμένος ο εργοδότης του. Από το περιστατικό της ανωτέρας βίας πρέπει να προκαλείται ολική και διαρκής αδυναμία του εργοδότη για αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, ανεξάρτητα από την οικονομική του δυνατότητα. Τέτοιο γεγονός αποτελεί και η διά νόμου απαγόρευση του αντικειμένου δραστηριότητας της επιχείρησης του εργοδότη. ΕφΑθ 2392/2005, σελ. 1335.

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ

Διεθνής κινητικότητα των εργαζομένων - Απόσπαση μισθωτών και κοινωνική ασφάλιση. Η απόσπαση ενός εργαζόμενου για λογαριασμό του ιδίου εργοδότη προκειμένου να παράσχει προσωρινά την εργασία του σε μια άλλη εγκατάσταση ή μονάδα παραγωγής της ίδιας επιχείρησης ή θυγατρικών της, ενδεχομένως εκτός της χώρας προέλευσης, αποτελεί μια αρκετά διαδεδομένη πρακτική, ιδίως στο πλαίσιο της ενιαίας και ευέλικτης ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας. Στην παρούσα μελέτη εξετάζονται οι συνέπειες μιας τέτοιας απόσπασης σε σχέση με την κοινωνική ασφάλιση του αποσπασμένου μισθωτού ή αυτοαπασχολούμενου. Μελ. Π. Τσαντίλα, σελ. 1265.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ

Παρατηρήσεις επί του νέου Ν 3389/2005. «Συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα». Ο Ν 3389/2005 αποβλέπει σε ποικίλα οφέλη, τα οποία, όμως, προϋποθέτουν προσεκτική εφαρμογή και νομοθετική βελτίωσή του. Επιτρέπει σύναψη συμβάσεων είτε ως «διοικητικών» είτε ως «δημόσιων», μειώνει υπερβολικά την επέμβαση της Διοίκησης και δέχεται έντονη ποσοτική (και από το αποτέλεσμα και ποιοτική) υπεροχή των συμβατικών κανόνων έναντι της κανονιστικής εξουσίας της Διοίκησης αλλά και έναντι των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου. Καθιερώνει, υποχρεωτικώς, την διαιτησία, με διαδικασία ακραίας μορφής «ιδιωτικών δικαστηρίων», ως μέθοδο επίλυσης σχεδόν όλων των διαφορών. Μελ. Α. Τάχος, σελ. 1245.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η διαφήμιση απαγορεύεται να είναι αθέμιτη και παραπλανητική και πρέπει να τηρεί την αρχή της αλήθειας και της αντικειμενικότητας. ΕφΑθ 2464/2005, σελ. 1321.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

Η προβλεπόμενη από το νόμο δυνατότητα άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος στα μέλη ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης παρέχει την δυνατότητα στον καθηγητή Νομικής, στα πλαίσια της άσκησης του ελευθέριου δικηγορικού λειτουργήματος, της παροχής νομικών-δικηγορικών υπηρεσιών σε άλλο Πανεπιστήμιο, με τη μορφή της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με πάγια αντιμισθία. ΑΠ 1343/2005, σελ. 1327.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 14 Ν 2523/1997, κατά των προβλεπόμενων μέτρων ορίζεται ρητά η άσκηση της κατά τον Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (ήδη Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) προσφυγής ουσίας, αποκλειόμενης, κατά συνέπεια, της αίτησης ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. ΣτΕ 887/2005, σελ. 1342.

ΕΓΓΥΗΣΗ

Είναι άκυρη κάθε εγγυητική σύμβαση κατά την οποία η ανώνυμη εταιρία παρέχει προς τρίτον εγγυήσεις για την εξέλιξη της τιμής της μετοχής της. ΑΠ 1435/2005, σελ. 1298.

ΕΓΓΥΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Παρά τον αυτόνομο χαρακτήρα της, η εγγυητική επιστολή δεν παύει να έχει εξασφαλιστικό σκοπό που ανάγεται στο χρέος της βασικής σχέσης. Είναι καταχρηστική η δήλωση κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής, όταν το χρέος της βασικής σχέσης δεν έχει καταστεί ακόμα ληξιπρόθεσμο και η εκπλήρωσή του έχει προσδιοριστεί από τα μέρη σε χρόνο μετά τη λήξη της εγγυητικής επιστολής. ΠΠρΑθ 3865/2005, σελ. 1313.

ΕΠΙΤΑΓΗ

Κρίση εφετειακής απόφασης ότι επί έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δικαιούχος της κατ’ άρθρο 914 ΑΚ αποζημίωσης είναι και ο εξ αναγωγής κομιστής και όχι μόνον ο κομιστής που την εμφάνισε προς πληρωμή. Ο εκδίδων εν γνώσει του ακάλυπτη επιταγή ενεργεί υπαιτίως και δη δολίως. Συνεπώς δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής η επίκληση υπαιτιότητας του εκδότη. ΑΠ 1136/2005, σελ. 1316.

Νόμιμη η ενεχυρίαση επιταγής με οπισθογράφηση. Η συμπλήρωση λευκής επιταγής ενάντια στα συμφωνηθέντα δεν αποτελεί πλαστογράφησή της, όπως αποτελεί η συμπλήρωση ατελούς επιταγής. Η αντισυμβατική συμπλήρωση αντιτάσσεται κατά του κομιστή που την απέκτησε κακόπιστα ή διαπράττοντας βαρύ πταίσμα, ενώ η πλαστογραφία κατά παντός κομιστή. ΕφΠατρ 164/2005, σελ. 1316.

Έκδοση ακάλυπτης επιταγής από μετέπειτα πτωχεύσαντα. Εμφάνισή της προς πληρωμή μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Η αδικοπραξία έλαβε χώρα την ημέρα της έκδοσής της, ήτοι πριν από την κήρυξη της πτώχευσης και η απαίτηση αποζημίωσης του κομιστή είναι πτωχευτική. ΕφΠατρ 164/2005, σελ. 1318.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ

Κρίση εφετειακής απόφασης ότι η ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α Ν 1892/1990 είναι είδος συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης και ότι η διαδικασία της εξυγίανσης της επιχείρησης δεν αποτελεί κατάρτιση σύμβασης με πλειστηριασμό του άρθρου 199 ΑΚ αλλά δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό. Η προσβολή των πράξεων της προδικασίας και της κυρίας διαδικασίας του πλειστηριασμού αυτού γίνεται με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. ΑΠ 466/2005, σελ. 1306.

Προϋποθέσεις σύναψης της κατά το άρθρο 44 Ν 1892/1990 συμφωνίας. Τέτοια συμφωνία μπορούν να συνάψουν και πτωχεύσασες επιχειρήσεις εφόσον δεν έχει διενεργηθεί πλειστηριασμός βασικών και σχετιζόμενων με την παραγωγική διαδικασία περιουσιακών τους στοιχείων. ΕφΑθ 3470/2005, σελ. 1307.

ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ

Επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ο μισθωτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση από τον εργοδότη του, είτε για παράνομη πράξη, που βρίσκεται έξω από τα όρια του διευθυντικού του δικαιώματος, είτε για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός του, όταν η πράξη προσβάλλει την προσωπικότητα του εργαζομένου, σε ό,τι αφορά ιδίως την επαγγελματική αξία και υπόληψή του. Ο εργοδότης δεν δικαιούται να προβαίνει σε ενέργειες από τις οποίες θίγεται η προσωπικότητα του εργαζομένου και να επιδεικνύει συμπεριφορά που συνιστά αδικοπραξία. ΕφΑθ 767/2005, σελ. 1329.

Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να εξειδικεύει την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία. ΑΠ 1303/2005, σελ. 1333.

ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ

Είναι άκυρη κάθε εγγυητική σύμβαση κατά την οποία η ανώνυμη εταιρία παρέχει προς τρίτον εγγυήσεις για την εξέλιξη της τιμής της μετοχής της, καθ’ όσον η αποζημίωση του δεχθέντος την εγγύηση θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη επιστροφή εισφοράς. Είναι άκυρη και η εγγύηση της τιμής επί μεταβίβασης των μετοχών προς τρίτο ως αντάλλαγμα μεταβίβασης πράγματος. ΑΠ 1435/2005, σελ. 1298.

ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ

Εικονική συμμετοχή εταίρου. Η εικονικότητα αντιτάσσεται από τον εταίρο σε εταιρικούς δανειστές που στρέφονται κατ’ αυτού για χρέη της εταιρίας, εφόσον αυτοί τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας όταν συναλλάχθηκαν με την εταιρία. ΕφΑθ 3722/2005, σελ. 1304.

ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Ευθύνη διαχειριστή ή εκκαθαριστή ΕΠΕ σε αποζημίωση έναντι της εταιρίας. Το ότι ΕΠΕ έχει συσταθεί από δύο εταίρους, μετέχοντες εξ ίσου στο εταιρικό κεφάλαιο, δεν επιδρά στο δικαίωμα του εταίρου προς άσκηση της απαίτησης της εταιρίας. ΑΠ 1152/2005, σελ. 1300.

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης ασκείται με μονομερή δήλωση, και είναι έγκυρη, εφόσον είναι έγγραφη, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Το έγγραφο αρκεί να εγχειριστεί στον μισθωτό, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Η απόδειξη της εγχειρίσεως μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. ΕφΑθ 2392/2005, σελ. 1335.

ΚΩΔΙΚΑΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Σε περίπτωση πώλησης πάγιων στοιχείων από επιτηδευματία, αν μεν η πώληση ενεργείται προς άλλο επιτηδευματία για την άσκηση του επαγγέλματός του, εκδίδεται τιμολόγιο, αν δε η πώληση αυτών ενεργείται προς φυσικό πρόσωπο για τις ατομικές του ανάγκες, εκδίδεται δελτίο λιανικής πώλησης. ΣτΕ 386/2005, σελ. 1337.

Σε περίπτωση που τα όργανα που διενεργούν φορολογικό έλεγχο προβαίνουν στην κατά την παρ. 3 του άρθρου 36 ΚΒΣ «κατάσχεση», απαιτείται -ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας- η κατά νόμο σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης και η επίδοσή της στον επιτηδευματία. Όταν, όμως, πρόκειται για βιβλία και στοιχεία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του ΚΒΣ δεν απαιτείται για τη νομιμότητα της διαδικασίας του φορολογικού ελέγχου η σύνταξη και κοινοποίηση έκθεσης κατάσχεσης. ΣτΕ 181/2005, σελ. 1338.

Σε περίπτωση ακύρωσης πράξης της φορολογικής αρχής για τυπικό λόγο με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, η έκδοση νέας πράξης για το ίδιο αντικείμενο πρέπει να είναι απαλλαγμένη από την τυπική πλημμέλεια για την οποία ακυρώθηκε η αρχική. ΣτΕ 3954/2004, σελ. 1340.

ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΟΡΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλομένου μισθού υποχρεώσεως του εργοδότη δεν συνιστά αδικοπραξία, παρά μόνον εφόσον ο εργαζόμενος υπέστη ζημία, ενώ η καθυστέρηση καταβολής του συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, μόνον αν γίνεται για να αναγκαστεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του. ΕφΑθ 767/2005, σελ. 1329.

Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί δυσμενή για τον εργαζόμενο τροποποίηση αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση ή το νόμο. Ο εργαζόμενος έχει επιλεκτικό δικαίωμα είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση, είτε να εμμείνει στη σύμβαση, αξιώνοντας την τήρηση των συμφωνηθέντων όρων. ΑΠ 1303/2005, σελ. 1333.

ΜΙΣΘΩΤΟΙ

Διεθνής κινητικότητα των εργαζομένων - Απόσπαση μισθωτών και κοινωνική ασφάλιση. Η απόσπαση ενός εργαζόμενου για λογαριασμό του ιδίου εργοδότη προκειμένου να παράσχει προσωρινά την εργασία του σε μια άλλη εγκατάσταση ή μονάδα παραγωγής της ίδιας επιχείρησης ή θυγατρικών της, ενδεχομένως εκτός της χώρας προέλευσης, αποτελεί μια αρκετά διαδεδομένη πρακτική, ιδίως στο πλαίσιο της ενιαίας και ευέλικτης ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας. Στην παρούσα μελέτη εξετάζονται οι συνέπειες μιας τέτοιας απόσπασης σε σχέση με την κοινωνική ασφάλιση του αποσπασμένου μισθωτού ή αυτοαπασχολούμενου. Μελ. Π. Τσαντίλα, σελ. 1265.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Κατά τη διάρκεια της ισχύος αλληλόχρεου λογαριασμού οι επί μέρους απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων που κεφαλαιοποιούνται, δεν υπόκεινται σε παραγραφή. ΕφΑθ 7499/2005, σελ. 1310.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Η προστασία της υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών στην κοινοτική έννομη τάξη και η ευρωπαϊκή πολιτική τυποποίησης. Οι κανόνες για την προστασία των καταναλωτών αφορούν α) την προστασία της υγείας και ασφάλειάς τους και β) την προστασία των οικονομικών τους συμφερόντων. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στην προστασία της υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών στην κοινοτική έννομη τάξη, με έμφαση στα ζητήματα επιμερισμού αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, στο κοινοτικό κεκτημένο και στις τεχνικές προδιαγραφές που υιοθετούνται στα πλαίσιο της πολιτικής τυποποίησης. Μελ. Κ. Στεφάνου, σελ. 1248.

Όταν διαπιστώνεται κενό ή ασάφεια σε γενικούς όρους των συναλλαγών, που έχουν υπαχθεί στην ατομική σύμβαση, επιβάλλεται η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Όταν ο όρος απευθύνεται, εκ μέρους του προμηθευτή σε ευρύτερο κύκλο καταναλωτών, εφαρμοστέα ερμηνευτική μέθοδος είναι η αντικειμενική. ΕφΑθ 4958/2004, σελ. 1324.

ΠΤΩΧΕΥΣΗ

Προϋποθέσεις κήρυξής της. Έννοια παύσης πληρωμών. Επί μεταβίβασης ομάδας περιουσίας κατ’ άρθρο 479 ΑΚ δικαιούται και ο δανειστής του μεταβιβάζοντος να ζητήσει την πτώχευση του αποκτώντος. Στην έρευνα περί ύπαρξης παύσης πληρωμών του αποκτώντος συνυπολογίζεται και το χρέος για το οποίο υφίσταται η κατά το άρθρο 479 ΑΚ σωρευτική αναδοχή του. ΕφΠατρ 244/2005, σελ. 1308.

Αναστολή ατομικών διώξεων. Έννοια πτωχευτικών πιστωτών. ΕφΠατρ 164/2005, σελ. 1318.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Παράνομη ιδιοποίηση από ασφαλιστικό σύμβουλο ποσού που του κατεβλήθη από τον ενάγοντα για να το επενδύσει σε οικονομικό επενδυτικό πρόγραμμα ασφαλιστικής εταιρίας. Η ασφαλιστική εταιρία δεν ευθύνεται για τα πταίσματά του. ΕφΠατρ 354/2005, σελ. 1314.

Ο τρίτος που ζημιώθηκε και έχει αξίωση κατά του ασφαλισμένου στρέφεται κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικά. Έχει ευθεία αγωγή κατά τούτου μόνο στην υποχρεωτική κάλυψη αστικής ευθύνης του ασφαλισμένου. ΕφΠατρ 347/2005, σελ. 1315.

Επί ασφαλιστικής σύμβασης, όταν τέθηκε γενικός όρος των συναλλαγών, κατά τρόπο ασαφή και αμφίβολο, περί της εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης για ορισμένες ασθένειες ή χειρουργικές επεμβάσεις, πρέπει το δικαστήριο, εφαρμόζοντας τους ερμηνευτικούς κανόνες, να εκτιμήσει το πώς έγινε αντιληπτός ο όρος και για τους δύο αντισυμβαλλομένους, πρωτίστως όμως για τον ασφαλισμένο, με κριτήριο την ευνοϊκότερη γι’ αυτόν εκδοχή. ΕφΑθ 4958/2004, σελ. 1324.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΧΕΡΣΑΙΑΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ

Αθέτηση από τον μεταφορέα του όρου παράδοσης των εμπορευμάτων στον αγοραστή-παραλήπτη με αντικαταβολή αξιογράφων που αντιστοιχούσαν στο τίμημά τους, το οποίο τελικά ο παραλήπτης δεν κατέβαλε. Μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 23 CMR για τον περιορισμό της ευθύνης του μεταφορέα καθ’ όσον πρόκειται για αποζημίωση από την ειδική ευθύνη του της διάταξης του άρθρου 21 της CMR. ΕφΑθ 3588/2005, σελ. 1320.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ

Εφαρμογή διατάξεων άρθρων 211 και 216 ΑΚ και στο πεδίο της εμπορικής αντιπροσωπείας. Έννοια εμπορικού αντιπροσώπου. Πώληση συναφθείσα από τον εμπορικό αντιπρόσωπο που ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο. ΑΠ 896/2005, σελ. 1319.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Είναι έγκυρη η σύμβαση εργασίας ηθοποιού που καταρτίζεται προφορικώς. ΕφΑθ 767/2005, σελ. 1329.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΩΛΗΣΗΣ

Πώληση εμπορευμάτων σε αφερέγγυα αγοράστρια εταιρία μετά από απάτη του εναγομένου ότι επρόκειτο για εύρωστη εταιρία, προκειμένου να αποκομίσει τόσο ο ίδιος όσο και η αγοράστρια παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στο ποσό της αξίας των πωληθέντων. Μη καταβολή του τιμήματος από την αγοράστρια. ΕφΘεσ 29/2005, σελ. 1321.

Ο πωλητής ευθύνεται, αν κατά το χρόνο μετάβασης του κινδύνου στον αγοραστή το πωληθέν πράγμα έχει πραγματικό ελάττωμα. Το πραγματικό ελάττωμα μπορεί να είναι ταυτόχρονα και έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, εφόσον συνομολογείται ποιου συγκεκριμένου ελαττώματος η έλλειψη συνιστά συμφωνημένη ιδιότητα. Η ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα είναι εγγυητική. ΕφΑθ 2464/2005, σελ. 1321.

Σε περίπτωση πώλησης πάγιων στοιχείων από επιτηδευματία, αν μεν η πώληση ενεργείται προς άλλο επιτηδευματία για την άσκηση του επαγγέλματός του, εκδίδεται τιμολόγιο, αν δε η πώληση αυτών ενεργείται προς φυσικό πρόσωπο για τις ατομικές του ανάγκες, εκδίδεται δελτίο λιανικής πώλησης. ΣτΕ 386/2005, σελ. 1337.

ΣΩΜΑΤΕΙΟ

Η συνέλευση αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία των μελών που είναι παρόντα κατά την υποβολή της πρότασης προς ψήφιση και όχι εκείνων που παρίσταντο κατά την έναρξη των εργασιών της συνέλευσης. Η ακυρότητα απόφασης συνέλευσης κηρύσσεται από το δικαστήριο. Η απαρτία ρυθμίζεται από τις διατάξεις του καταστατικού άλλως κατά το νόμο για την απαρτία αρκεί η παρουσία οσωνδήποτε μελών. ΑΠ 1050/2005, σελ. 1303.

ΤΟΚΟΙ

Ο ανατοκισμός των οφειλομένων τόκων από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης απαιτεί συμφωνία δανειστή και οφειλέτη. Σε προϋφιστάμενες του Ν 2601/1998 συμβάσεις δανείων που έχουν καταγγελθεί και δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, ο ανατοκισμός των τόκων γίνεται ανά εξάμηνο. Κρίση εφετείου ότι οι διατάξεις του Ν 2601/1998 δεν έχουν αναδρομική ισχύ και ότι ο ανά εξάμηνο ανατοκισμός γίνεται μετά την εφαρμογή του νόμου και όχι για το προγενέστερο χρονικό διάστημα που ο οφειλέτης τυχόν ήταν υπερήμερος. ΑΠ 721/2005, σελ. 1309.

Εφαρμογή διατάξεων Ν 2601/1998, όταν στην πιστωτική σύμβαση δεν υπάρχει συμφωνία σχετική με τον ανατοκισμό. Μη αντισυνταγματικές οι διατάξεις του Ν 2601/1998 περί αυτοδικαίου ανατοκισμού των τόκων ανά εξάμηνο μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού. Κατά τη διάρκεια της ισχύος αλληλόχρεου λογαριασμού οι επί μέρους απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων που κεφαλαιοποιούνται, δεν υπόκεινται σε παραγραφή. ΕφΑθ 7499/2005, σελ. 1310.

ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ

Το άρθρο 14 Ν 2523/1997 προβλέπει τη λήψη μέτρων κατά παραβατών σε περιπτώσεις λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ και, συνεπώς, εντάσσεται στη φορολογική νομοθεσία. ΣτΕ 887/2005, σελ. 1342.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Η επίδραση των κανόνων του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου στο ελληνικό φορολογικό δίκαιο. Οι διεθνείς φορολογικές συμβάσεις, το ευρωπαϊκό δίκαιο και η ΕΣΔΑ θέτουν περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής φορολογικής εξουσίας. Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η ελληνική νομολογία που κρίνει ζητήματα συμβατότητας του ελληνικού φορολογικού νόμου με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Μελ. Σ. Μαρουσάκη, σελ. 1286.

ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ

Το πρόσωπο που εκδήλωσε την πρόθεση να αρχίσει κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα και πραγματοποιεί για το σκοπό αυτό δαπάνες επενδύσεων πρέπει να θεωρείται ως υποκείμενος στο φόρο και, επομένως, έχει -με την ιδιότητα αυτή- το δικαίωμα άμεσης έκπτωσης του φόρου που κατέβαλε επί των δαπανών για επενδύσεις που έγιναν για τις ανάγκες των πράξεων στις οποίες σκοπεύει να προβεί και οι οποίες παρέχουν δικαίωμα έκπτωσης, χωρίς να απαιτείται προς τούτο και η έναρξη της πραγματικής εκμετάλλευσης της επιχείρησής του. ΣτΕ 1408/2005, σελ. 1344.

ΧΡΟΝΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Το νόμιμο ωράριο εργασίας των οδηγών αγοραίων φορτηγών αυτοκινήτων, εβδομαδιαίο και ημερήσιο, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, στην πρώτη περίπτωση, τις 48 ώρες την εβδομάδα και τις 12 ώρες την ημέρα, στη δεύτερη. Η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου εργασίας από τον οδηγό συνιστά παράνομη υπερωρία και όταν ακόμη δεν υπάρχει υπέρβαση της εβδομαδιαίας απασχόλησής του. ΕφΠατρ 134/2005, σελ. 1332.