Ευρετήρια

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ

Τεύχος 12/2003, Δεκέμβριος

Νομοθεσία, Μελέτες και Νομολογία εμπορικού, οικονομικού, αστικού οικονομικού, εργατικού και φορολογικού δικαίου

Εκδίδεται από το 1995 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €140.00
ΝΠ €200.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΓΩΓΗ

Αν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα υπό την αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης αυτής με τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. ΑΠ Ολ 22/2003, σελ. 1358.

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ

Στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας βάσει της οποίας επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου. ΑΠ Ολ 22/2003, σελ. 1358.

ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ

Έννοια. Δεν είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη είσπραξης κατ’ ιδίαν κονδυλίων, τα οποία χάνουν την αυτοτέλειά τους. ΕφΑθ 5514/2003, σελ. 1345.

ΑΜΟΙΒΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Για να χορηγηθεί στον εργαζόμενο επίδομα, που προβλέπεται από ΣΣΕ, πρέπει να υπάρχει ρητή συμφωνία των μερών στην ατομική σύμβαση εργασίας ότι το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού. ΕφΠειρ 109/2003, σελ. 1367.

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Τράπεζες. Δανειακή απαίτηση τράπεζας υπαχθείσας σε περιορισμό των τόκων κατ’ εφαρμογή άρθρου 30 Ν 2789/ 2000, όπως τροποποιήθηκε. Μη απώλεια από το λόγο αυτό των απαιτούμενων για τη διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης στοιχείων του βέβαιου και εκκαθαρισμένου της απαίτησης. ΜΠρΛαμίας 1542/2003, σελ. 1349.

Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. Επίσπευση εκ μέρους της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ εφαρμογήν διατάξεων του Καταστατικού της Ν 4332/1929. Ανακοπή άρθρου 933 ΚΠολΔ κατ’ αυτής. Κήρυξη του Ειρηνοδικείου αναρμόδιου καθ’ ύλην λόγω καταργήσεως παραπάνω διατάξεων Ν 4332/1929 μεταξύ των οποίων και εκείνης άρθρου 14 παρ. 1 που καθιερώνει αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτέλεσης όταν επισπεύδει η ΑΤΕ. ΕιρΚερκ 166/2003, σελ.1350.

ΑΝΑΚΟΠΗ

Το παραδεκτό της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της πράξεως μεταβιβάσεως του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση επιχειρήσεως (άρθρο 46α του Ν 1892/1990). Η διπλή διαδικαστική φυσιογνωμία των ρυθμίσεων του άρθρου 46α του Ν 1892/1990. Η επίδρασή της στις προϋποθέσεις ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της πράξεως μεταβιβάσεως του ενεργητικού από τον ειδικό εκκαθαριστή. Μελ. Χ. Απαλλαγάκη, σελ. 1299.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΘΕΜΙΤΟΣ

Νομοθετική διάταξη, που προστατεύει τα επαγγελματικά συμφέροντα μίας ομάδας απαγορεύοντας σε άλλη συγγενική να τα ασκήσει, έχει ειδική ανταγωνιστική σημασία και η παραβίασή της είναι αθέμιτη. Η μεταφορά μαθητών ιδιωτικών σχολείων, ως τακτική κλειστή γραμμή, ανήκει αποκλειστικά στα τουριστικά λεωφορεία. ΜΠρΤρικάλων 938/ 2003, σελ. 1324.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Προσφυγή κατά απόφασης Επιτροπής Ανταγωνισμού. Κατάργηση υποχρέωσης καταβολής τελών συζήτησης. Συγκέντρωση επιχειρήσεων. Πότε γνωστοποιείται στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η συγκέντρωση δεν απαγορεύεται όταν δεν αναμένεται κίνδυνος αισθητού περιορισμού του ανταγωνισμού στην αγορά. ΤρΔΕφΑθ 3066/2002, σελ. 1326.

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ

Δικόγραφο έφεσης Δημοσίου. Υπογραφή. Σε περίπτωση μεταβίβασης αρμοδιοτήτων Προϊσταμένων ΔΟΥ σε άλλους υπαλλήλους, που υπηρετούν σε αυτές, είναι αναγκαίο να εκδίδεται για τη μεταβίβαση αυτή εξουσιοδοτική απόφαση του Προϊσταμένου, η οποία και πρέπει να μνημονεύεται στις πράξεις που εκδίδονται «εντολή Προϊσταμένου» από τους υπαλλήλους αυτούς. Αντίθετα, στην περίπτωση αναπλήρωσης των Προϊσταμένων των πιο πάνω υπηρεσιών, δεν απαιτείται να εκδίδεται απόφαση για την αναπλήρωση ούτε συνεπώς να μνημονεύεται τέτοια απόφαση στις εκδιδόμενες πράξεις. ΣτΕ 3094/2002, σελ. 1380.

ΒΙΒΛΙΑΡΙΑ ΥΓΕΙΑΣ

Με βιβλιάριο υγείας οφείλουν να εφοδιάζονται μόνο εκείνοι που εργάζονται σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό που προϋποθέτουν άμεση επαφή με τον καταναλωτή του τροφίμου ή του ποτού ή με τον χρήστη των υπηρεσιών, αφού μόνο τότε υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης τυχόν νοσημάτων. ΕφΠειρ 320/2003, σελ. 1359.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ

Νέες εργασίες και απρόβλεπτες συνθήκες στις εργολαβικές συμβάσεις με κατ’ αποκοπή τίμημα. Οι εργολαβικές συμβάσεις με κατ' αποκοπή τίμημα συνιστούν την καθαρότερη μορφή εργολαβικών συμβάσεων προκαθορισμένης τιμής και στις συμβάσεις αυτές, κατ' αρχήν, δεν επιτρέπεται αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος. Υπάρχουν δύο εξαιρέσεις στον κανόνα αυτόν: α) Τροποποιήσεις του συμβατικού αντικειμένου, κυρίως υπό τη μορφή νέων εργασιών, και β) απρόβλεπτες συνθήκες που θίγουν την οικονομική ισορροπία της σύμβασης. Μελ. Σ. Σταμόπουλος, σελ. 1318.

ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

Ακάλυπτη επιταγή. Συμφωνία μεταξύ εκδότη επιταγών και λήπτη να μην εμφανίζονται οι μεταχρονολογημένες επιταγές πριν από τη «λήξη» τους. Παράβαση της συμφωνίας, εμφάνιση και σφράγιση των μεταχρονολογημένων επιταγών. Ακύρωση της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής. ΜΠρΑθ 833/2001, σελ. 1355.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ

Ο εργοδότης πρέπει να ασκεί το διευθυντικό του δικαίωμα χωρίς να προκαλεί υλική ή ηθική βλάβη στον μισθωτό κατά παράβαση διάταξης νόμου ή ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική ενάσκηση δικαιώματος, κατά άρθρο 281 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. ΕφΠειρ 109/2003, σελ. 1367.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει στην περίπτωση άσκησης έφεσης από το Δημόσιο υπογεγραμμένης από άλλον υπάλληλο αντί του Προϊσταμένου ΔΟΥ, εάν ο υπάλληλος υπέγραφε το δικόγραφο ως αναπληρωτής του Προϊσταμένου ή αν είχε μεταβιβασθεί σ' αυτόν η σχετική αρμοδιότητα ή το δικαίωμα υπογραφής. ΣτΕ 3094/2002, σελ. 1380.

ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΙΔΙΚΗ

Προβληματικές επιχειρήσεις. Θέση τους σε ειδική εκκαθάριση. Σύνταξη πίνακα κατάταξης από τον εκκαθαριστή. Κατά την ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του Ν 2702/1999 οι ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης εκδικάζονται από το εφετείο και οι σχετικές αποφάσεις δεν υπόκεινται σε αναίρεση, ακόμη και όταν εκδίδονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου. Η απαγόρευση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης δεν είναι αντισυνταγματική και δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Αντίθετες απόψεις μειοψηφούντος μέλους. ΑΠ Ολ 8/2003, σελ. 1332.

ΕΠΙΤΑΓΗ

Έκδοση ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο. Νόμιμο το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης για αδικοπραξία του φυσικού προσώπου, που εξέδωσε την επιταγή ως καταστατικό όργανο του νομικού προσώπου. Πότε οι προσωπικές ενστάσεις προτείνονται κατά του τρίτου κομιστή. ΕφΠειρ 822/2003, σελ. 1352.

Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Απαραίτητα στοιχεία της αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία. Σώρευση αιτήματος προσωπικής κράτησης. Προβολή προσωπικών ενστάσεων. Εφόσον η υποκείμενη σχέση έκδοσης της επιταγής αναφέρεται σε συναλλαγή που έγινε μεταξύ συγγενούς του εκδότη και του λήπτη, δεν νομιμοποιείται ο εναγόμενος εκδότης να προβάλει ελαττώματά της. ΕφΘεσ 2667/2002, σελ. 1354.

Ακάλυπτη επιταγή. Συμφωνία μεταξύ εκδότη επιταγών και λήπτη να μην εμφανίζονται οι μεταχρονολογημένες επιταγές πριν από τη «λήξη» τους. Παράβαση της συμφωνίας, εμφάνιση και σφράγιση των μεταχρονολογημένων επιταγών. Ακύρωση της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής. ΜΠρΑθ 833/2001, σελ. 1355.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ

Θέση τους σε ειδική εκκαθάριση. Σύνταξη πίνακα κατάταξης από τον εκκαθαριστή. Κατά την ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του Ν 2702/1999 οι ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης εκδικάζονται από το εφετείο και οι σχετικές αποφάσεις δεν υπόκεινται σε αναίρεση, ακόμη και όταν εκδίδονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου. Η απαγόρευση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης δεν είναι αντισυνταγματική και δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Αντίθετες απόψεις μειοψηφούντος μέλους. ΑΠ Ολ 8/2003, σελ. 1332.

ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ

Ανάκληση ΔΣ ανώνυμης εταιρίας και υποκατάστατων οργάνων. Διάκριση υποκατάστατων οργάνων από πληρεξουσίους. Το ΔΣ ανακαλείται ελευθέρως. Η απόφαση για την ανάκληση δεν απαιτείται να είναι αιτιολογημένη και δεν υπόκειται στους περιορισμούς του 281 ΑΚ. Με το διορισμό υποκατάστατου διοικητικού οργάνου δημιουργείται παράλληλη αρμοδιότητα άσκησης των εξουσιών του ΔΣ από άλλα πρόσωπα. Το ΔΣ ανακαλεί ελεύθερα τα υποκατάστατα όργανα. Η ανάκληση του ΔΣ από τη ΓΣ συνεπιφέρει αυτοδίκαιη ανάκληση του υποκατάστατου οργάνου. Τούτο ισχύει και όταν η ανάδειξη του ανακαλούμενου ΔΣ στηρίζεται αφενός σε απόφαση της ΓΣ, αφετέρου στο διορισμό από τη μειοψηφία. Το ΔΣ και το υποκατάστατο όργανο μπορούν να διορίζουν πληρεξουσίους. Κριτήρια διάκρισης μεταξύ υποκατάστατου οργάνου και πληρεξουσίου: Το νομιμοποιητικό θεμέλιο της εξουσίας και, ενδεχομένως, το εύρος των καθηκόντων που του ανατίθενται. Η αποφασιστική ή εκτελεστική φύση των καθηκόντων τους δεν είναι ασφαλές κριτήριο. Γνωμ. Β. Αντωνόπουλος, σελ. 1285.

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Στην περίπτωση που η λύση της συμβάσεως εργασίας δεν εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, αλλά γίνεται για να ικανοποιηθεί αίσθημα εκδίκησης του εργοδότη προς τον μισθωτό, ο οποίος προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του, η απόλυση θεωρείται καταχρηστική. ΕφΠειρ 109/2003, σελ. 1367.

ΚΩΔΙΚΑΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Εικονικά τιμολόγια. Λήψη και καταχώρηση. Αυτοτέλεια παραβάσεων. Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 18 παρ. 1, 30 παρ. 4, 32 παρ. 1 και 33 παρ. 4 του ΚΒΣ συνάγεται ότι η λήψη εικονικού τιμολογίου αποτελεί αυτοτελή παράβαση σε σχέση με την καταχώριση του ιδίου τιμολογίου στα βιβλία του λήπτη. Για κάθε μία από τις δύο αυτοτελείς παραβάσεις επιβάλλεται ιδιαίτερο πρόστιμο, για το οποίο η φορολογική Αρχή έχει εξουσία επιμέτρησης. ΣτΕ 298/2003 (σημ. Ι.Γ. Φωτόπουλος), σελ. 1382.

ΜΙΣΘΩΤΟΙ

Επί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας, ο μισθωτός μπορεί να εμμείνει σε αυτήν με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή. Αποδοχές υπερημερίας μπορούν να ζητηθούν, όταν παρά τη συμπεριφορά αυτή του εργαζόμενου, ο εργοδότης εμμένει στη βλαπτική μεταβολή. ΕφΑθ 1048/2003, σελ. 1370.

ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Ασφαλιστικές εταιρίες. Έδρα. Η διάταξη του άρθρου 2 στοιχείο γ' της Δεύτερης Οδηγίας Πρωτασφάλισης Ζημιών, που ορίζει την «εγκατάσταση» ως την έδρα, το πρακτορείο ή το υποκατάστημα μιας «επιχειρήσεως» αναφέρεται στην εγκατάσταση μιας ασφαλιστικής εταιρίας και δεν περιλαμβάνει τη θυγατρική εταιρία. Η έννοια της «εγκαταστάσεως» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 2 στοιχείο δ' τελευταία περίπτωση της Δεύτερης Οδηγίας Πρωτασφάλισης Ζημιών για να καθορισθεί «το κράτος μέλος που βρίσκεται ο κίνδυνος», καλύπτει όλες τις εταιρίες που συνδέονται μεταξύ τους στο πλαίσιο ενός ομίλου, οσάκις μία από τις εταιρίες αυτές συνάπτει σύμβαση ασφαλίσεως καλύπτουσα την επαγγελματική ευθύνη άλλων εταιριών του ομίλου. ΔΕΚ Υπόθ. C-191/1999 απόφ. 14.6.2001 (σημ. Ι. Τζιώνας), σελ. 1334.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Σύμβαση ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου με υπεραστικό ΚΤΕΛ. Αθέμιτη σύμβαση μεταφοράς. Εξάμηνος χρόνος παραγραφής της σχετικής αξίωσης από τη γνώση της πράξης από αυτόν, που έχει την αξίωση, έστω και αν η κατάσταση της προσβολής συνεχίζεται. Η άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν διακόπτει την παραγραφή. ΜΠρΤρικάλων 938/ 2003, σελ. 1324.

Πενταετής η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής. Η εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 52 Ν 5960/1933 αφορά την ενοχή από την επιταγή. ΕφΘεσ 2667/2002, σελ. 1354.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

Οργανισμός συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. ΑΕΠΙ. Αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης έργων Ελλήνων πνευματικών δημιουργών τραγουδιών. Τρόπος έκδοσης και χορήγησης άδειας αναπαραγωγής και διανομής μουσικών έργων σε τρίτους. Υπολογισμός αποζημίωσης επί εκμετάλλευσης μουσικών έργων χωρίς τη σχετική άδεια. Δικαίωμα του οργανισμού να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το οποίο είναι διάφορο του αμεταβίβαστου ηθικού δικαιώματος του δημιουργού. ΕφΑθ 5866/2003 (σημ. Ν. Π. Κυπρούλη), σελ. 1330.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ

Νόμιμο το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης για αδικοπραξία του φυσικού προσώπου, που εξέδωσε την επιταγή ως καταστατικό όργανο του νομικού προσώπου. ΕφΠειρ 822/2003, σελ. 1352.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Τα άρθρα 2 στοιχεία γ' και δ' τελευταία περίπτωση, και 3 της Δεύτερης Οδηγίας Πρωτασφάλισης Ζημιών επιτρέπουν σ’ ένα κράτος μέλος να επιβαρύνει ένα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος ασφαλιστή για την ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης της εγκατεστημένης στο φορολογούν κράτος μέλος θυγατρικής ή υποθυγατρικής εταιρίας. Το ίδιο ισχύει αν το νομικό πρόσωπο που κατέβαλε τα ασφάλιστρα και εκείνο του οποίου η επαγγελματική ευθύνη καλύπτεται αποτελούν εταιρίες του ιδίου ομίλου συνδεόμενες με σχέση διαφορετική από τη σχέση μητρικής προς θυγατρική. ΔΕΚ Υπόθ. C-191/1999 απόφ. 14.6.2001 (σημ. Ι.Α. Τζιώνας), σελ. 1334.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΝΤΟΛΗΣ

Σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής. Ο χρηματιστής υποχρεούται να αποδώσει στον παραγγελέα τα αγορασθέντα χρηματιστηριακά πράγματα. Αγορά μετοχών μέσων συμβούλου επενδύσεων - παραγωγού χρηματιστηριακών εργασιών. Κατακράτηση των μετοχών από αυτόν. Μη ευθύνη της χρηματιστηριακής εταιρίας εφόσον δεν αποδεικνύεται σχέση αντιπροσωπείας του συμβούλου με αυτήν. ΑΠ 1146/2003, σελ. 1343.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η Οδηγία 99/70/ΕΚ, το ΠΔ 81/2003 και τα πρόσφατα νομολογιακά πορίσματα για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Οι νέες ρυθμίσεις του ΠΔ 81/2003 με τις οποίες επιχειρήθηκε η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 99/70/ΕΚ της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, αντί να αποσαφηνίσουν ζητήματα που αφορούν στη χρήση συμβάσεων με τέτοιο χαρακτήρα και αντί να θέσουν με μεγαλύτερη σαφήνεια τους όρους υπό τους οποίους οι συμβάσεις αυτές μετατρέπονται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, δημιούργησαν αντίθετα πλήθος προβλημάτων, ενώ η σαφής διαφοροποίησή τους από τις κανονιστικές «προδιαγραφές» της ως άνω Οδηγίας, θέτει έντονα το πρόβλημα της συμφωνίας τους με τις κοινοτικές αυτές διατάξεις. Μελ. Λ. Κιοσσέ-Παυλίδου, σελ. 1309.

Είναι άκυρη κάθε σύμβαση που αντιβαίνει σε κανόνες δημόσιας τάξης ή αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, εφόσον δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό. Σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας δεν ανακύπτει θέμα καταγγελίας για τη λύση της, που προϋποθέτει έγκυρη διαρκή σύμβαση και ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί τον μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, ώστε δεν αποτελεί αποδοτέα ωφέλεια στην περίπτωση αυτή η αποζημίωση που προβλέπεται από τα άρθρα 673 και 674 ΑΚ, ούτε εκείνη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν 2121/1920. ΕφΠειρ 320/2003, σελ. 1359.

Έννοια διευθυντικών στελεχών. Θεωρούνται οι υπάλληλοι μεγάλων επιχειρήσεων οι οποίοι έχουν εξαιρετικά προσόντα και απολαμβάνουν ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του κυρίου της επιχείρησης, στους οποίους ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της μεγάλης επιχείρησης. Οι διευθύνοντες υπάλληλοι αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και εξαιρούνται πολλών ευεργετικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. ΕφΑθ 387/2003, σελ. 1363.

Οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ ή των αποφάσεων διαιτησίας είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους. ΕφΠειρ 109/2003, σελ. 1367.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ

Κτήση δικαιωμάτων μεταλλειοκτησίας. Εκμίσθωση των λιγνιτορυχείων από την πρώην μεταλλειοκτήτρια εταιρία και όρος της μίσθωσης που προέβλεπε το δικαίωμα του μισθωτή να παρατείνει με μονομερή δήλωση τη μίσθωση μέχρις εξαντλήσεως του μεταλλείου. Ο όρος αυτός συνιστά δικαίωμα προαίρεσης. ΑΠ 425/2002, σελ. 1355.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ

Ο εκμισθωτής εκχωρεί στον μισθωτή όλες τις αξιώσεις του κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης και αποκλείει οποιαδήποτε ευθύνη του, φέρει δε μόνο τον κίνδυνο της χρηματοδότησης. ΕφΑθ 5829/2003, σελ. 1357.

ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΗ

Η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από συναλλαγματική πρέπει να είναι έγγραφη. Παρέχεται με έγγραφο εκτός του αξιογράφου. Δεν αρκεί σιωπηρή πληρεξουσιότητα συναγόμενη από τη φύση των πράξεων που ενεργεί ο αντιπρόσωπος με την ανοχή ή την έγκριση του αντιπροσωπευομένου. ΑΠ Ολ 19/2003, σελ. 1351.

ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Κοινός λογαριασμός. Η ανάληψη των χρημάτων από έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης και ως προς τους συνδικαιούχους. Αναγωγή μεταξύ των συνδικαιούχων. Επί θανάτου τινός των συνδικαιούχων, εάν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του Ν 5638/1932, οι κληρονόμοι δεν μπορούν να στραφούν κατά των λοιπών και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης που αναλογούσε σ’ εκείνον. Ανάλογη ρύθμιση και επί μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου. ΕφΑθ 5378/2003, σελ. 1344.

Αναγκαστική εκτέλεση. Δανειακή απαίτηση τράπεζας υπαχθείσας σε περιορισμό των τόκων κατ’ εφαρμογή άρθρου 30 Ν 2789/ 2000, όπως τροποποιήθηκε. Μη απώλεια από το λόγο αυτό των απαιτούμενων για τη διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης στοιχείων του βέβαιου και εκκαθαρισμένου της απαίτησης. ΜΠρΛαμίας 1542/2003, σελ. 1349.

Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. Επίσπευση εκ μέρους της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ εφαρμογήν διατάξεων του Καταστατικού της Ν 4332/1929. Ανακοπή άρθρου 933 ΚΠολΔ κατ’ αυτής. Κήρυξη του ειρηνοδικείου αναρμόδιου καθ’ ύλην λόγω καταργήσεως παραπάνω διατάξεων Ν 4332/1929 μεταξύ των οποίων και εκείνης άρθρου 14 παρ. 1 που καθιερώνει αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτέλεσης όταν επισπεύδει η ΑΤΕ. ΕιρΚερκ 166/2003, σελ.1350.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Φορολογία μεταβίβασης μετοχών. Φορολογικό αντικείμενο. Νομοθετική Εξουσιοδότηση. Συνταγματικότητα. Η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 περ. α΄ του ΚΦΕ (Ν 2238/ 1994), καταλείπει τον εννοιολογικό προσδιορισμό της εν λόγω φορολογητέας ωφέλειας στο κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του Ν 2459/1997 Προεδρικό Διάταγμα, για το περιεχόμενο του οποίου ο νόμος αρκείται στη «ενδεικτική» λήψη υπόψη ορισμένων κριτηρίων. Με τις εν λόγω, όμως, διατάξεις καθίσταται το αντικείμενο της προβλεπόμενης σε αυτές φορολογίας περιεχόμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης και είναι για αυτό ανίσχυρες ως αντίθετες στο άρθρο 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος. ΣτΕ 63/2001, σελ. 1373.

Φορολογία μεταβίβασης μετοχών. Φορολογικό αντικείμενο. Νομοθετική εξουσιοδότηση. Συνταγματικότητα. Το περιεχόμενο της υπουργικής απόφασης, η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της φορολόγησης της ωφέλειας από τη μεταβίβαση μετοχών μη εισηγμένων στο ΧΑΑ, εφόσον προσδιορίζει με πρωτεύοντες κανόνες δικαίου το φορολογικό αντικείμενο, δεν κινείται στα επιτρεπτά όρια της διάταξης 42 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 11 του Ν 2753/1999, καθιστώντας το αντικείμενο της προβλεπόμενης σε αυτές φορολογίας περιεχόμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και είναι για αυτό ανίσχυρη. ΔΠρΑθ 9709/ 2003 (σημ. Ι.Γ. Φωτόπουλος), σελ. 1375.

Φορολογία μεταβίβασης μετοχών. Τυπολογία φόρου. Ο φόρος, που επιβάλλεται κατά τη μεταβίβαση με αντάλλαγμα μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιριών επί της αξίας των μετοχών βάσει του άρθρου 13 παρ. 2 ΚΦΕ (Ν 2238/1994), όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 4 Ν 2753/1999 είναι φόρος επί της υπεραξίας που προκύπτει από την πώληση των μετοχών, ήτοι φόρος εισοδήματος και όχι φόρος επί των συναλλαγών (μειοψ.). ΔΠρΠειρ 2480/2003 (σημ. Ι.Γ. Φωτόπουλος), σελ. 1378.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Έφεση. Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει στην περίπτωση άσκησης έφεσης από το Δημόσιο υπογεγραμμένης από άλλον υπάλληλο αντί του Προϊσταμένου ΔΟΥ, εάν ο υπάλληλος υπέγραφε το δικόγραφο ως αναπληρωτής του Προϊσταμένου ή αν είχε μεταβιβασθεί σ' αυτόν η σχετική αρμοδιότητα ή το δικαίωμα υπογραφής. ΣτΕ 3094/2002, σελ. 1380.

Εικονικά τιμολόγια. Λήψη και καταχώρηση. Αυτοτέλεια παραβάσεων. Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 18 παρ. 1, 30 παρ. 4, 32 παρ. 1 και 33 παρ. 4 του ΚΒΣ συνάγεται ότι η λήψη εικονικού τιμολογίου αποτελεί αυτοτελή παράβαση σε σχέση με την καταχώριση του ιδίου τιμολογίου στα βιβλία του λήπτη. Για κάθε μία από τις δύο αυτοτελείς παραβάσεις επιβάλλεται ιδιαίτερο πρόστιμο, για το οποίο η φορολογική Αρχή έχει εξουσία επιμέτρησης. Πράξη της φορολογικής Αρχής, με την οποία επιβάλλεται ενιαίο πρόστιμο για τις δύο αυτοτελείς παραβάσεις είναι και αυτεπαγγέλτως ακυρωτέα από το διοικητικό δικαστήριο. ΣτΕ 298/2003 (σημ. Ι.Γ. Φωτόπουλος), σελ. 1382.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ

Σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής. Ο χρηματιστής υποχρεούται να αποδώσει στον παραγγελέα τα αγορασθέντα χρηματιστηριακά πράγματα. Αγορά μετοχών μέσων συμβούλου επενδύσεων - παραγωγού χρηματιστηριακών εργασιών. Κατακράτηση των μετοχών από αυτόν. Μη ευθύνη της χρηματιστηριακής εταιρίας εφόσον δεν αποδεικνύεται σχέση αντιπροσωπείας του συμβούλου με αυτήν. ΑΠ 1146/2003, σελ. 1343.

Έννοια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Σ’ αυτές υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Απαγορεύεται η σύναψη στο χρηματιστήριο κάθε άλλης συναλλαγής εκτός από εκείνες που ορίζονται από το νόμο ως χρηματιστηριακές. Είναι συνεπώς άκυρη η παραγγελία πώλησης μετοχών πριν από την αγορά τους. ΕφΑθ 7170/2002, σελ. 1346.

Αμοιβαία κεφάλαια. Ευθύνη προστήσαντος. Επί διάθεσης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου με αντιπρόσωπο, η εταιρία διαχείρισης ευθύνεται κατά τις διατάξεις προστήσεως έναντι του επενδυτή, για την παράνομη συμπεριφορά του αντιπροσώπου της που εισέπραξε ποσό, ως αντίτιμο συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο, χωρίς να το αποδώσει στο θεματοφύλακα ή σ’ αυτήν. ΕφΠατρ 219/2003, σελ. 1348.